Δεν συνηθίζω να θυμάμαι τις ημερομηνίες όλων των θεμάτων που καλύπτω, ειδικά αν δεν είναι σοβαρά γεγονότα. Θυμάμαι πολύ καλά όμως που ήμουν πέρσι τέτοια μέρα. Έξω από το νέο μουσείο της Ακρόπολης. Είχε εγκαινιαστεί λίγες μέρες πριν και έκανα ρεπορτάζ. Τσαγκαροδευτέρα, αλλά από τις ανησυχητικά χαρούμενες. Ένα κέφι και μια αισιοδοξία σε ανεξήγητο βαθμό. Είχαμε μαζευτεί με τους υπόλοιπους συναδέλφους και μεταξύ ρεπορτάζ και συζητήσεων, ρίχναμε και κανένα τραγούδι. Είχαμε πιάσει, με τον Δημήτρη τον τεχνικό, στο ραδιόφωνο του βαν, ένα σταθμό ρετρό και κάναμε... πρόγραμμα κανονικά. Οι τουρίστες νόμιζαν ότι πρόκειται για χάπενιγκ και μας χαιρετούσαν. Αν παρεμπιπτόντως κυκλοφορούν φωτογραφίες μας στην Κίνα, από κείνη την ημέρα θα είναι.

Επειδή όμως, παρ' όλα αυτά, δουλεύαμε κιόλας, πήρα τηλέφωνο στο σταθμό για να συνεννοηθώ για το δελτίο. Η τηλεφωνήτρια μου απάντησε κλαίγοντας. Απόρησα. Όταν τη ρώτησα μου απάντησε: «έκλεισε ο σταθμός». Σκέφτηκα ότι ο άνδρας της δούλευε σε κάποιο σταθμό, παιδικό ίσως και έμεινε άνεργος. Προσπάθησα να καταλάβω, την ξαναρώτησα. Η απάντηση διέλυσε κάθε απορία μου: «ο δικός μας ο σταθμός! Έκλεισε ο σταθμός και η εφημερίδα!». Στο «εφημερίδα», κατάλαβα. Ο city 99,5 και ο Ελεύθερος Τύπος. Μέχρι τις 11 το πρωί, παρόν. Στις 11.10 παρελθόν...

Στο ελεύθερο ρεπορτάζ καλύπτεις, μεταξύ άλλων, βίαια γεγονότα, φυσικές καταστροφές. Εξοικειώνεσαι με το απότομο, το αναπάντεχο, το δυσάρεστο. Αυτή η εξοικείωση με έσωσε και λειτούργησαν τα ανακλαστικά. Αλλιώς ακόμη έξω από το μουσείο θα ήμουνα με το ακουστικό στο χέρι...

Τα μαζέψαμε όπως- όπως καλώδια, τηλέφωνα, ξινά γέλια και μυαλά και φύγαμε τρέχοντας για το σταθμό. Οι υπόλοιποι συνάδελφοι μας κοιτούσαν αμίλητοι. Και τι να πουν...

Κάπως έτσι έμαθα ότι έχασα τη δουλειά μου. Και γω και άλλοι 450 που δουλεύαμε «στα μαγαζιά της Γιάννας». Δεν θέλω να πολύ-θυμάμαι τα υπόλοιπα. Την ανακοίνωση (μέσω mail παρακαλώ!) του ζεύγους Αγγελόπουλου για το κλείσιμο των «μαγαζιών», τις ατέλειωτες συνελεύσεις που ακολούθησαν με ολοένα λιγότερο κόσμο. Την ανύπαρκτη, ως συνήθως, ΕΣΗΕΑ, τους πρωτοκλασάτους παραγωγούς-πολιτικούς, που από κείνη την ημέρα, δεν ξαναξεστόμισαν λέξη για το γεγονός κι ας εμφανίστηκαν σε πολλά τηλεοπτικά παράθυρα. Ήσασταν και σεις στο κότερο θυμάστε?

Δεν θέλω να θυμάμαι το άδειασμα. Ανθρώπων, χώρου, ψυχής...

Στον city υπήρξα επαγγελματικά ευτυχής. Ήταν από τις πιο σύντομες δουλειές, ενάμισι χρόνο ήμασταν μόνο εκεί, αλλά η πιο αγαπημένη. Και σίγουρα η τελευταία με αξιοπρεπείς όρους συνεργασίας. Δεν ήμουνα από τους χρυσοπληρωμένους, τη σύμβαση έπαιρνα που σήμερα φαντάζει όνειρο θερινής νυκτός. Μου λείπει πολύ η ένταση του ρεπορτάζ, μου λείπουν οι συνάδελφοι, τα γέλια στο διάδρομο, ακόμη και οι καυγάδες που ποτέ δεν κρατούσαν πολύ. Ήμουνα από τους τυχερούς που η δουλειά τους δεν σήμαινε καταναγκαστικά έργα, αλλά προνόμιο με τους όρους και τις συνθήκες που γινόταν.

Δεν έχω κανένα θυμό προς καμία κατεύθυνση. Ούτε καν αγωνία για την ανεργία που βιώνω, με μικρά διαλλείματα εργασίας. Την πίκρα μου δεν ξέρω τι να κάνω. Γιατί από τη πρώτη στιγμή και μέχρι σήμερα, αυτό νιώθω. Πίκρα. Τίποτε δεν θα ήταν πια το ίδιο.

Εκείνο το λουκέτο σήμαινε για μένα τέλος εποχής. Ίσως γι'αυτό η οικονομική κρίση δεν με τάραξε και τόσο. Το είδαμε το έργο ένα χρόνο πριν...